παλαιογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Παλαιογραφία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλαιογραφία οι παλαιογραφίες
      γενική της παλαιογραφίας των παλαιογραφιών
    αιτιατική την παλαιογραφία τις παλαιογραφίες
     κλητική παλαιογραφία παλαιογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαιογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paléographie < αρχαία ελληνική παλαιός + γραφή, παλαιο- + -γραφία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλαιογραφία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • {{φόντο|[[:Κατηγορία:Παλαιογραφία (νέα ελληνικά)}}

Μεταφράσεις[επεξεργασία]