παλαιο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: παλαιός, παλαι-, παλιο-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαιο- < (λόγιο) αρχαία ελληνική παλαιο- & λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία palaeo-. Συγχρονικά αναλύεται σε παλαι(ός) + -ο-[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.lε.ɔ/

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

παλαιο- ή παλαιό-
πρώτο συνθετικό λόγιων λέξεων που αναφέρονται στο παρελθόν

  1. που είναι παλιό
    1. για κάτι παλιό ή μεταχειρισμένο
      παλαιοπωλείο
    2. για κάτι συντηρητικό ή ξεπερασμένο
      παλαιοκομματικός
  2. (επιστημονικός όρος) για αναφορά σε προϊστορικές περιόδους ή πρώιμες φάσεις ιστορικής εξέλιξης
    παλαιολιθικός, παλαιοντολογία, παλαιογραφία
  3. ως λόγιος τύπος λέξεων με παλιο-
    παλιοημερολογίτης > παλαιοημερολογίτης

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

  • παλαι- σε παλαιότερες συνθέσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

επίσης δείτε μεσο-, υστερο-

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]