παρλιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παρλιακός παρλιακή παρλιακό
γενική παρλιακού παρλιακής παρλιακού
αιτιατική παρλιακό παρλιακή παρλιακό
κλητική παρλιακέ παρλιακή παρλιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρλιακοί παρλιακές παρλιακά
γενική παρλιακών παρλιακών παρλιακών
αιτιατική παρλιακούς παρλιακές παρλιακά
κλητική παρλιακοί παρλιακές παρλιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρλιακός < πάρλα + -ιακός < παρλάρω < ιταλική parlare (μιλώ) < λατινική parabola < αρχαία ελληνική παραβολή (αντιδάνειο) < παραβάλλω < παρά + βάλλω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παρλιακός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]