περιποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιποιημένος περιποιημένη περιποιημένο
γενική περιποιημένου περιποιημένης περιποιημένου
αιτιατική περιποιημένο περιποιημένη περιποιημένο
κλητική περιποιημένε περιποιημένη περιποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιποιημένοι περιποιημένες περιποιημένα
γενική περιποιημένων περιποιημένων περιποιημένων
αιτιατική περιποιημένους περιποιημένες περιποιημένα
κλητική περιποιημένοι περιποιημένες περιποιημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιποιέμαι και περιποιούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

περιποιημένος -η -ο

  1. δείτε τη λέξη: περιποιούμαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]