πινέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

επίπεδες, «κλασικές», πινέζες
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πινέζα οι πινέζες
      γενική της πινέζας των πινεζών
    αιτιατική την πινέζα τις πινέζες
     κλητική πινέζα πινέζες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
πινέζες κυλινδρικού σχήματος («τρισδιάστατες»)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πινέζα < γαλλική punaise < punais < δημώδης λατινική *pūtināsius < λατινική puteo + nasus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piˈnεza/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πινέζα θηλυκό

  1. μικρό μεταλλικό καρφί, με πλατύ επίπεδο, κυλινδρικό ή σφαιρικό κεφάλι, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσωθούν ανακοινώσεις, σημειώσεις, φωτογραφίες κλπ. σε πίνακα (συνήθως από φελλό)
  2. (μεταφορικά) (προφορικό) κοντή γυναίκα ή (γενικότερα) άνθρωπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]