πνιγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πνιγμένος πνιγμένη πνιγμένο
γενική πνιγμένου πνιγμένης πνιγμένου
αιτιατική πνιγμένο πνιγμένη πνιγμένο
κλητική πνιγμένε πνιγμένη πνιγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πνιγμένοι πνιγμένες πνιγμένα
γενική πνιγμένων πνιγμένων πνιγμένων
αιτιατική πνιγμένους πνιγμένες πνιγμένα
κλητική πνιγμένοι πνιγμένες πνιγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πνίγω, πνίγομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πνιγμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: πνίγω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]