ποιμασία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ποιμασία ποιμασία ποιμασίαι
Γενική ποιμασίας ποιμασίαιν ποιμασιῶν
Δοτική ποιμασί ποιμασίαιν ποιμασίαις
Αιτιατική ποιμασίαν ποιμασία ποιμασίας
Κλητική ποιμασία ποιμασία ποιμασίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιμασία < αρχαία ελληνική ποιμαίνω < ποιμήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *poh₂imn̥ / *poh₂imen < *peh₂- (προστατεύω) + *-men

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποιμασία θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) (κυριολεκτικά) βόσκηση, βοσκή
  2. (ελληνιστική κοινή) (κατ’ επέκταση) περιποίηση, φροντίδα
    καταλελοίπασι μὲν γὰρ τὴν πρὸς τῦφον συγγένειαν, ᾠκείωνται δὲ ἀγωγῇ νομίμῳ, μοῖρα τῆς ἱερᾶς ἀγέλης ἀξιώσασαι γενέσθαι, ἧς ὁ θεῖος ἀφηγεῖται λόγος, ὡς δηλοῖ τοὔνομα· ποιμασία γάρ ἐστι θεοῦ. (Φίλων ο Αλεξανδρεύς, Περὶ τῶν μετονομαζομένων καὶ ὦν ἕνεκα μετονομάζονται, 114)
  3. (ελληνιστική κοινή) (μεσαιωνική ελληνική) (μεταφορικά) ποιμαντορία