προειδοποιημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προειδοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου προειδοποιώ
Μετοχή
[επεξεργασία]προειδοποιημένος, -η, -ο
- που έχει προειδοποιηθεί
προειδοποιημένος, -η, -ο