προειδοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προειδοποιημένος προειδοποιημένη προειδοποιημένο
γενική προειδοποιημένου προειδοποιημένης προειδοποιημένου
αιτιατική προειδοποιημένο προειδοποιημένη προειδοποιημένο
κλητική προειδοποιημένε προειδοποιημένη προειδοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προειδοποιημένοι προειδοποιημένες προειδοποιημένα
γενική προειδοποιημένων προειδοποιημένων προειδοποιημένων
αιτιατική προειδοποιημένους προειδοποιημένες προειδοποιημένα
κλητική προειδοποιημένοι προειδοποιημένες προειδοποιημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προειδοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προειδοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προειδοποιημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: προειδοποιώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]