προσανατολισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσανατολισμός προσανατολισμοί
γενική προσανατολισμού προσανατολισμών
αιτιατική προσανατολισμό προσανατολισμούς
κλητική προσανατολισμέ προσανατολισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσανατολισμός < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική: orientation

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσανατολισμός αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η στροφή προς την ανατολή
  2. γνώση ή εντοπισμός των σημείων του ορίζοντα στο χώρο που βρισκόμαστε
  3. γνώση ή αναγνώριση του τι υπάρχει σε κάθε μία από τις κατευθύνσεις (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) που μπορούμε να επιλέξουμε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]