Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρᾶξις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πρᾶσις

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρᾶξις < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρᾶξις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρᾶξις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πρᾶξῐς αἱ πράξεις
      γενική τῆς πράξεως τῶν πράξεων
      δοτική τῇ πράξει ταῖς πράξεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν πρᾶξῐν τὰς πράξεις
     κλητική ! πρᾶξῐ πράξεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πράξει
γεν-δοτ τοῖν  πραξέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρᾶξις < πράττω, θέμα πρακ- + -σις > -ξις < *πράγ-jω με τροπή του φθόγγου [ɡ] (προφορά για τογ⟩) > [k] πριν από [s] > [ks] [1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: πρᾶξις νέα ελληνικά: πράξη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρᾶξις, -εως θηλυκό

  1. η εμπορική δραστηριότητα
  2. το θετικό αποτέλεσμα μιας ενέργειας
  3. ενέργεια, πράξη, η ενέργεια του πράττω
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1, 1097b
    ὥσπερ γὰρ αὐλητῇ καὶ ἀγαλματοποιῷ καὶ παντὶ τεχνίτῃ, καὶ ὅλως ὧν ἔστιν ἔργον τι καὶ πρᾶξις, ἐν τῷ ἔργῳ δοκεῖ τἀγαθὸν εἶναι καὶ τὸ εὖ, οὕτω δόξειεν ἂν καὶ ἀνθρώπῳ, εἴπερ ἔστι τι ἔργον αὐτοῦ.
    Όπως δηλαδή στην περίπτωση του αυλητή, του γλύπτη, του κάθε τεχνίτη, γενικά σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κάποιο έργο και κάποια πράξη, το αγαθό και το τέλειο ενυπάρχει, κατά την αντίληψη όλων, σ᾽ αυτό το έργο, το ίδιο θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και για τον άνθρωπο, αν φυσικά είναι αλήθεια ότι έχει και ο άνθρωπος το δικό του έργο.
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
  4. η σεξουαλική πράξη, η συνουσία
  5. η εκδίκηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με πραξ-

άλλα θέματα  δείτε τη λέξη πράσσω

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «πράξη» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.