πρᾶξις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: πρᾶσις

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πρᾶξις πράξει πράξεις
Γενική πράξεως πραξέοιν πράξεων
Δοτική πράξει πραξέοιν πράξεσι(ν)
Αιτιατική πρᾶξιν πράξει πράξεις
Κλητική πρᾶξι πράξει πράξεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρᾶξις < πράττω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρᾶξις θηλυκό

  1. η εμπορική δραστηριότητα
  2. το θετικό αποτέλεσμα μιας ενέργειας
  3. ενέργεια, πράξη, η ενέργεια του πράττω
  4. η σεξουαλική πράξη, η συνουσία
  5. η εκδίκηση