ραγδαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ῥαγδαῖος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ραγδαίος ραγδαία ραγδαίο
γενική ραγδαίου ραγδαίας ραγδαίου
αιτιατική ραγδαίο ραγδαία ραγδαίο
κλητική ραγδαίε ραγδαία ραγδαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ραγδαίοι ραγδαίες ραγδαία
γενική ραγδαίων ραγδαίων ραγδαίων
αιτιατική ραγδαίους ραγδαίες ραγδαία
κλητική ραγδαίοι ραγδαίες ραγδαία

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραγδαίος < αρχαία ελληνική ῥαγδαῖος

Επίθετο[επεξεργασία]

ραγδαίος, -α, -ο

  1. ο απότομος, έντονος και βίαιος (για φυσικά φαινόμενα)
    ραγδαία βροχή
  2. ο ταχύτατα εξελισσόμενος σε αρνητική πορεία, που επιδεινώνεται γρήγορα, για νόσους ή άλλα δυσάρεστα
    ραγδαία επιδείνωση
  3. ο ταχύτατα εξελισσόμενος σε θετική ή αμφισβητούμενη ως προς τη χροιά πορεία, που όμως δεν αποκλείει απολύτως τη δυσάρεστη πτυχή
    ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις
    ραγδαία τουριστική ανάπτυξη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]