ρετάλι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ρετάλι | τα | ρετάλια |
| γενική | του | ρεταλιού | των | ρεταλιών |
| αιτιατική | το | ρετάλι | τα | ρετάλια |
| κλητική | ρετάλι | ρετάλια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρετάλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική retaglio (αρσενικό), διαλεκτική μορφή του ritaglio[1]. Από τον πληθυντικό «retagli» που θεωρήθηκε ενικός.[2] Παραβάλετε λατινική ostrea (ενικός) από την αρχαία ελληνική ὄστρεα (πληθυντικός).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɾeˈta.li/ και /ɾeˈta.ʎi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρε‐τά‐λι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρετάλι ουδέτερο
- το ύφασμα που απομένει από ένα τόπι
- (μεταφορικά, μειωτικό) τιποτένιος, κατακάθι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπόλοιπο από ύφασμα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ρετάλι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ ρετάλι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)