σουρωτήρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουρωτήρι σουρωτήρια
γενική σουρωτηριού σουρωτηριών
αιτιατική σουρωτήρι σουρωτήρια
κλητική σουρωτήρι σουρωτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουρωτήρι < σουρώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουρωτήρι (1)

σουρωτήρι ουδέτερο

  1. τρυπητό μαγειρικό σκεύος με δικτυωτή βάση, που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα φαγητού ή άλλου παρασκευάσματος ή την κατακράτηση των φύλλων αφεψήματος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: 

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]