σπάτουλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπάτουλα οι σπάτουλες
      γενική της σπάτουλας
    αιτιατική τη σπάτουλα τις σπάτουλες
     κλητική σπάτουλα σπάτουλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπάτουλα < (αντιδάνειο) < βενετική spatola < λατινική spatula, υποκοριστικό του spatha < αρχαία ελληνική σπάθη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈspa.tu.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δύο σπάτουλες για στοκάρισμα
σπάτουλα ζαχαροπλαστικής

σπάτουλα θηλυκό

  1. εργαλείο με λαβή και λεπτό έλασμα, που χρησιμοποιείται για το ανακάτεμα και την τοποθέτηση υλικών, ή στο ξύσιμο επιφανειών
  2. (αργκό) η γλώσσα, ο τρόπος ομιλίας, εκείνου που κολακεύει υπερβολικά, που "γλείφει"

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]