Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπερμολόγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η σπερμολόγος οι σπερμολόγοι
      γενική του/της σπερμολόγου των σπερμολόγων
    αιτιατική τον/τη σπερμολόγο τους/τις σπερμολόγους
     κλητική σπερμολόγε σπερμολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπερμολόγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπερμολόγος < αρχαία ελληνική σπέρμα σπερματ- + -ο- + -λόγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπερμολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (λόγιο, μειωτικό) ο κουτσομπόλης (συχνά μιλά για αρνητικά γεγονότα ή κατά την γνώμη του για ανήθικους ανθρώπους)
  2. (σπάνιο, μειωτικό) ο δημοσιογράφος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε και τις λέξεις σπέρμα, σπέρνω και λέγω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • σπερμολόγος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / σπερμολόγος τὸ σπερμολόγον
      γενική τοῦ/τῆς σπερμολόγου τοῦ σπερμολόγου
      δοτική τῷ/τῇ σπερμολόγ τῷ σπερμολόγ
    αιτιατική τὸν/τὴν σπερμολόγον τὸ σπερμολόγον
     κλητική ! σπερμολόγε σπερμολόγον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σπερμολόγοι τὰ σπερμολόγ
      γενική τῶν σπερμολόγων τῶν σπερμολόγων
      δοτική τοῖς/ταῖς σπερμολόγοις τοῖς σπερμολόγοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς σπερμολόγους τὰ σπερμολόγ
     κλητική ! σπερμολόγοι σπερμολόγ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σπερμολόγω τὼ σπερμολόγω
      γεν-δοτ τοῖν σπερμολόγοιν τοῖν σπερμολόγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπερμολόγος < σπέρμα + λέγω

Επίθετο

[επεξεργασία]

σπερμολόγος, -ος, -ον, υπερθετικός: σπερμολογώτατος

  1. (για πουλιά) που μαζεύει σπόρους
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 579 (578-579)
    τότε χρὴ στρούθων νέφος ἀρθὲν | καὶ σπερμολόγων ἐκ τῶν ἀγρῶν τὸ σπέρμ᾽ αὐτῶν ἀνακάψαι·
    Να σκωθούν τότε σύννεφο πρέπει σπορολόγοι σπουργίτες, | κι αμέσως να παν στα χωράφια, να φάνε τους σπόρους·
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
      1ος πκε/κε αιώνας Στράβων, Γεωγραφικά, 15.1, 41 1 @wikisource
    ἀντὶ δὲ τοῦ τὴν γῆν ἐλευθεροῦν θηρίων καὶ τῶν σπερμολόγων ὀρνέων μετροῦνται παρὰ τοῦ βασιλέως σῖτον, πλάνητα καὶ σκηνίτην νεμόμενοι βίον.
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Δημήτριος, 28.2 @scaife.perseus
    φύσει δὲ βαρὺς ὢν καὶ ὑπερόπτης, καὶ τοῖς λόγοις οὐχ ἧττον ἢ τοῖς πράγμασι τραχύς, πολλοὺς καὶ νέους καὶ δυνατοὺς ἄνδρας ἐξηγρίαινε καὶ παρώξυνε· καὶ τήν γε τότε σύστασιν καὶ κοινωνίαν αὐτῶν ἔλεγεν ὥσπερ ὀρνίθων σπερμολόγων συνδρομὴν ἑνὶ λίθῳ καὶ ψόφῳ συνδιαταράξειν.
  2. (μεταφορικά, για ανθρώπους) πολυλογάς, κουτσομπόλης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπερμολόγος, -ου αρσενικό

  1. (για ανθρώπους) πολυλογάς, φλύαρος, κουτσομπόλης
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος), 127
    εἰ γὰρ Αἰακὸς ἢ Ῥαδάμανθυς ἢ Μίνως ἦν ὁ κατηγορῶν, ἀλλὰ μὴ σπερμολόγος, περίτριμμ᾽ ἀγορᾶς, ὄλεθρος γραμματεύς, οὐκ ἂν αὐτὸν οἶμαι ταῦτ᾽ εἰπεῖν οὐδ᾽ ἂν οὕτως ἐπαχθεῖς λόγους πορίσασθαι, ὥσπερ ἐν τραγῳδίᾳ βοῶντα «ὦ γῆ καὶ ἥλιε καὶ ἀρετὴ» καὶ τὰ τοιαῦτα,
    Γιατί, αν ήταν κατήγορός μου ο Αιακός ή ο Ραδάμανθυς ή ο Μίνως και όχι ένας κουτσομπόλης, ένα σκουπίδι της αγοράς, ένας γραφιάς της συμφοράς, πιστεύω ότι δεν θα τα έλεγε αυτά ούτε και θα εύρισκε τόσο βαριές κουβέντες, φωνάζοντας σαν ηθοποιός σε τραγωδία «ω γη, ήλιε και αρετή» και τα παρόμοια,
    Μετάφραση (2012): Α.Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 17.18
    τινὲς δὲ τῶν Ἐπικουρείων καὶ τῶν Στωϊκῶν φιλοσόφων συνέβαλλον αὐτῷ. καί τινες ἔλεγον, Τί ἂν θέλοι ὁ σπερμολόγος οὗτος λέγειν; οἱ δέ, Ξένων δαιμονίων δοκεῖ καταγγελεὺς εἶναι· ὅτι τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῖς εὐηγγελίζετο.
    Ανάμεσα στους άλλους συζητούσαν μαζί του και μερικοί από τους Επικούρειους και τους Στωικούς φιλόσοφους. Κάποιοι έλεγαν: Σαν τι να θέλει ο φλύαρος αυτός να μας πει; Άλλοι πάλι έλεγαν: Φαίνεται πως κηρύττει κάποιες ξένες θεότητες, που μας είναι άγνωστες. Και το έλεγαν αυτό, διότι ο Παύλος τούς κήρυττε τον Ιησού και την ανάσταση.
    Μετάφραση: Παναγιώτης Τρεμπέλας
  2. (πτηνό) κοράκι
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Η, 3 @scaife.perseus
    Ἔτι βασιλεύς, σπερμολόγος. Ταῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοιαῦτα τὰ μὲν ὅλως τὰ δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ σκωληκοφάγα, τὰ δὲ τοιάδε ἀκανθοφάγα, ἀκανθίς, θραυπίς, ἔτι ἡ καλουμένη χρυσομῆτρις.

Συγγενικά

[επεξεργασία]