σπέρνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπέρνω < αρχαία ελληνική σπείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σπέρνω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]