σπέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπέρνω < αρχαία ελληνική σπείρω κατά το σχήμα φέρω > φέρνω[1] < πρωτοελληνική *spéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper-[2] (σπέρνω, διασπείρω, σκορπίζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈspeɾ.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπέρ‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

σπέρνω, αόρ.: έσπειρα, παθ.φωνή: σπέρνομαι, π.αόρ.: σπάρθηκα, μτχ.π.π.: σπαρμένος

  1. (κυριολεκτικά) σκορπίζω σπόρους πάνω ή μέσα στο έδαφος, προκειμένου να βλαστήσουν
  2. (μεταφορικά) σκορπίζω, διασπείρω, διαδίδω
  3. (μεταφορικά, οικείο) (για άντρα) συμβάλλω στη σύλληψη και κύηση παιδιού

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • ―Tι κάνεις, Γιάννη; ―Kουκιά σπέρνω.
  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
  • ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «σπέρνω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπέρνω < αρχαία ελληνική σπείρω κατά το σχήμα φέρω > φέρνω[1] < πρωτοελληνική *spéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper-[2] (σπέρνω, διασπείρω, σκορπίζω)

ζητούμενο λήμμα

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «σπέρνω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.