σπορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπορά σπορές
γενική σποράς σπορών
αιτιατική σπορά σπορές
κλητική σπορά σπορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπορά < αρχαία ελληνική σπορά < σπείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπορά θηλυκό

  1. σκόρπισμα σπόρων σε κατάλληλα προετοιμασμένο έδαφος για να βλαστήσουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]