στίμμι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| στῐμμι-? στῐμμε- | ||||||||
| ονομαστική | τὸ | στίμμῐ | τὰ | στίμμη - στίμμεᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | στίμμῐος - στίμμεως | τῶν | στιμμέων | ||||
| δοτική | τῷ | στίμμει | τοῖς | στίμμεσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | στίμμῐ | τὰ | στίμμη - στίμμεᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | στίμμῐ | στίμμη - στίμμεᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | στίμμει | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | στιμμέοιν | ||||||
| Η γενική ενικού στίμμιδος, στην κλίση του θηλυκού στίμμις | ||||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'στίμμι' όπως «στίμμι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στίμμι < (άμεσο δάνειο) αρχαία αιγυπτιακή stm
![F21 [sDm] sDm](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_F21.png?6c920)
![G17 [m] m](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_G17.png?3741e)
![D4 [ir] ir](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_D4.png?e1f5d)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στίμμι ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)
- (κοσμετολογία) αντιμόνιο (με θείο, με το οποίο οι γυναίκες έβαφαν για καλλωπιστικούς λόγους τα μάτια τους)
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, De simplicium medicamentorum temperamentis ac facultatibus I-VI, 9.3.29 @scaife.perseus
- [κθ. Περὶ στίμμεως.] Στίμμι. πρὸς τῇ δυνάμει τῇ ξηραντικῇ καὶ στύψιν ἔχει τὸ φάρμακον τοῦτο, διὸ καὶ τοῖς ὀφθαλμικοῖς φαρμάκοις μίγνυται τοῖς τ’ ἀναπλαττομένοις εἰς τὰ καλούμενα κολλύρια καὶ τοῖς ξηροῖς, ἃ δὴ ξηρὰ κολλύρια προσαγορεύουσιν.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, De simplicium medicamentorum temperamentis ac facultatibus I-VI, 9.3.29 @scaife.perseus
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]από τη μορφή στίβι
Πηγές
[επεξεργασία]- στίμμι, στίμμις, στίβι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στίμμι' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στίμμι' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στίμμι' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Δάνεια από τα αρχαία αιγυπτιακά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία αιγυπτιακά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κοσμετολογία (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)