συζητήσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συζητήσιμος συζητήσιμη συζητήσιμο
γενική συζητήσιμου συζητήσιμης συζητήσιμου
αιτιατική συζητήσιμο συζητήσιμη συζητήσιμο
κλητική συζητήσιμε συζητήσιμη συζητήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συζητήσιμοι συζητήσιμες συζητήσιμα
γενική συζητήσιμων συζητήσιμων συζητήσιμων
αιτιατική συζητήσιμους συζητήσιμες συζητήσιμα
κλητική συζητήσιμοι συζητήσιμες συζητήσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συζητήσιμος < αρχαία ελληνική συζητῶ + -σιμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συζητήσιμος, -η, -ο

  1. που είναι δυνατό κάποιος να συζητήσει και να συνεννοηθεί μαζί του
  2. που μπορεί ή αξίζει να συζητηθεί
  3. που χρειάζεται να διευκρινιστεί ή που αμφισβητείται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]