σφουγγοκωλάριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφουγγοκωλάριος σφουγγοκωλάριοι
γενική σφουγγοκωλαρίου
& σφουγγοκωλάριου
σφουγγοκωλαρίων
& σφουγγοκωλάριων
αιτιατική σφουγγοκωλάριο σφουγγοκωλαρίους
& σφουγγοκωλάριους
κλητική σφουγγοκωλάριε σφουγγοκωλάριοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφουγγοκωλάριος < σφουγγίζω + κώλος + -άριος (<λατινικά -arius)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφουγγοκωλάριος αρσενικό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]