σφουγγοκωλάριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σφουγγοκωλάριος οι σφουγγοκωλάριοι
      γενική του σφουγγοκωλάριου
σφουγγοκωλαρίου
των σφουγγοκωλάριων
σφουγγοκωλαρίων
    αιτιατική τον σφουγγοκωλάριο τους σφουγγοκωλάριους
σφουγγοκωλαρίους
     κλητική σφουγγοκωλάριε σφουγγοκωλάριοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφουγγοκωλάριος < σφουγγίζω + κώλος + -άριος (<λατινικά -arius)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφουγγοκωλάριος αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]