ταγάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταγάρι τα ταγάρια
      γενική του ταγαριού των ταγαριών
    αιτιατική το ταγάρι τα ταγάρια
     κλητική ταγάρι ταγάρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταγάρι < μεσαιωνική ελληνική ταγάριον, υποκοριστικό του ταγή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταγάρι ουδέτερο

  1. υφασμάτινος σάκος, συνήθως πολύχρωμος, που κρεμιέται από τον ώμο
    Συνώνυμα: τορβάς
  2. σακίδιο με την τροφή των ζώων για τάισμα
    Συνώνυμα: ταΐστρα, τάγιστρο
  3. ο αφελής, ο αμύητος
    είσαι ταγάρι και σε έχουν πάρει στο ψιλό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]