τακτικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τακτικισμός οι τακτικισμοί
      γενική του τακτικισμού των τακτικισμών
    αιτιατική τον τακτικισμό τους τακτικισμούς
     κλητική τακτικισμέ τακτικισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτικισμός < ιταλική tatticismo < tattica < αρχαία ελληνική τακτική, θηλυκό του τακτικός < τάττω (αντιδάνειο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τακτικισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]