Μετάβαση στο περιεχόμενο

τζιέρι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τζιβαέρι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τζιέρι τα τζιέρια
      γενική του τζιεριού των τζιεριών
    αιτιατική το τζιέρι τα τζιέρια
     κλητική τζιέρι τζιέρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τζιέρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ciğer < περσική جگر (cīgar, συκώτι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈd͡zie.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τζιέρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τζιέρι ουδέτερο

  1. (ανατομία, ιδιωματικό, παρωχημένο) εντόσθιο, σπλάχνο, συκώτι
  2. (προσφώνηση) (μεταφορικά) προσφώνηση προσφιλούς προσώπου
      «Τί έπαθες τζιέρι μου; Τι σου κάνανε;» «Μαμά, δεν είμαι καλά. Είμαι πολύ άρρωστη. Ήρθα έτσι όπως ήμουνα από την Κομοτηνή, χωρίς αποσκευές, χωρίς τίποτα. Αχ, μανούλα μου, πόσο δίκιο είχες... Πόσο δίκιο είχες όταν έλεγες να μην πάω εκεί πάνω... Σε παρακαλώ σ' εξορκίζω στον Θεό που λατρεύεις, μη με ξαναστείλεις εκεί πάνω, μανούλα μου, μη με ξαναστείλεις...
    Αναστασία Καλλιοντζή, Μη μου λες αντίο, αρχική δημοσίευση: (2000), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180307238, @google.gr/books

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]