τσιφλίκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιφλίκι τσιφλίκια
γενική τσιφλικιού τσιφλικιών
αιτιατική τσιφλίκι τσιφλίκια
κλητική τσιφλίκι τσιφλίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιφλίκι < τουρκική çiflik < çiftlik (αγρόκτημα, φάρμα) < çift (ζευγάρι) < περσική جفت‏ (joft: ζευγάρι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsi.'fli.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιφλίκι ουδέτερο

  1. το αγρόκτημα μεγάλης εκτάσεως που ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη (μεγαλογαιοκτήμονα) και το καλλιεργούσαν με υποχρεωτική εργασία χωρικοί (κολίγοι)
    Υπήρχε ένα τσιφλίκι εκεί, ο πατέρας μου θα αναλάμβανε την επιστασία του. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. (μεταφορικά) τομέας όπου κάποιος ασκεί αυθαίρετη εξουσία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Πρότυπο:βΠ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]