τσίφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίφτης τσίφτες
& τσίφτηδες
γενική τσίφτη τσίφτηδων
αιτιατική τσίφτη τσίφτες
& τσίφτηδες
κλητική τσίφτη τσίφτες
& τσίφτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσίφτης < τουρκική, çift < περσική جفت cuft

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʦif.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσίφτης αρσενικό

  1. άνθρωπος έξυπνος
  2. άψογος στην εμφάνιση ή στην συμπεριφορά
    Τον εμπιστεύομαι, είναι πολύ τσίφτης.
  3. μάγκας
    μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής
  4. (ορνιθολογία) είδος αετού (Milvus migrans)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]