τυχηρός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| τῠχηρο- | |||||||
| ονομαστική | ὁ | τυχηρός | ἡ | τυχηρᾱ́ | τὸ | τυχηρόν | |
| γενική | τοῦ | τυχηροῦ | τῆς | τυχηρᾶς | τοῦ | τυχηροῦ | |
| δοτική | τῷ | τυχηρῷ | τῇ | τυχηρᾷ | τῷ | τυχηρῷ | |
| αιτιατική | τὸν | τυχηρόν | τὴν | τυχηρᾱ́ν | τὸ | τυχηρόν | |
| κλητική ὦ! | τυχηρέ | τυχηρᾱ́ | τυχηρόν | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | ||||||
| ονομαστική | οἱ | τυχηροί | αἱ | τυχηραί | τὰ | τυχηρᾰ́ | |
| γενική | τῶν | τυχηρῶν | τῶν | τυχηρῶν | τῶν | τυχηρῶν | |
| δοτική | τοῖς | τυχηροῖς | ταῖς | τυχηραῖς | τοῖς | τυχηροῖς | |
| αιτιατική | τοὺς | τυχηρούς | τὰς | τυχηρᾱ́ς | τὰ | τυχηρᾰ́ | |
| κλητική ὦ! | τυχηροί | τυχηραί | τυχηρᾰ́ | ||||
| δυϊκός | |||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τυχηρώ | τὼ | τυχηρᾱ́ | τὼ | τυχηρώ | |
| γεν-δοτ | τοῖν | τυχηροῖν | τοῖν | τυχηραῖν | τοῖν | τυχηροῖν | |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | |||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]τυχηρός, -ό, -όν (επίρρημα: τυχερῶς)
Πηγές
[επεξεργασία]- τυχηρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τυχηρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηρός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)