υάκινθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Υάκινθος, Ὑάκινθος, ὑάκινθος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Υάκινθος ο ανατολικός
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υάκινθος υάκινθοι
γενική υακίνθου
& υάκινθου
υακίνθων
& υάκινθων
αιτιατική υάκινθο υακίνθους
& υάκινθους
κλητική υάκινθε υάκινθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υάκινθος < αρχαία ελληνική ὑάκινθος < προελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υάκινθος αρσενικό

  1. (βοτανική) βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των λιλιδών. Έχει λεπτά μακρόστενα φύλλα κι ευωδιαστά άνθη.
  2. η πορτοκαλέρυθρη διαφανής παραλλαγή του ορυκτού ζιρκόνιου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]