υπέρμαχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέρμαχος < ελληνιστική κοινή ὑπέρμαχος < ὑπέρ + μάχομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που πολεμά υπερασπιζόμενος κάτι/κάποιον
    η Υπέρμαχος ΣτρατηγόςΠαναγία)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που υποστηρίζει με θέρμη μια ιδέα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]