φέλπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φέλπα φέλπες
γενική φέλπας (φελπών)
αιτιατική φέλπα φέλπες
κλητική φέλπα φέλπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέλπα < ιταλική λέξη felpa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φέλπα θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]