φέρετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φέρετρο φέρετρα
γενική φερέτρου
& φέρετρου
φερέτρων
& φέρετρων
αιτιατική φέρετρο φέρετρα
κλητική φέρετρο φέρετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέρετρο < ελληνιστική κοινή φέρετρον < αρχαία ελληνική φέρτρον < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φέρετρο ουδέτερο

  1. ξύλινη συνήθως κάσα (κιβώτιο) μέσα στην οποία τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί
  2. (μεταφορικά) για μέσο μεταφοράς, πολύ επικίνδυνο να επιφέρει το θάνατο των επιβαινόντων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρητά[επεξεργασία]

ο αθάνατος νομίζει δεν χωρά στο φέρετρο που του επιβάλλει η λογική: σκωπτικά για τον πιστό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]