φλαμίνγκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένα φλαμίνγκο με το νεοσσό του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλαμίνγκο < αγγλική flamingo < πορτογαλική flamingo (το χρώμα της φωτιάς) < flama < λατινική flamma

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλαμίνγκο ουδέτερο άκλιτο

  1. (ορνιθολογία) πτηνό που ανήκει στα φοινικόπτερα, έχει ψηλά πόδια, λεπτό λαιμό και ροδαλό πτέρωμα -ταξινομείται ως Phoenicopterus roseus

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]