φορετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φορητός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φορετός φορετή φορετό
γενική φορετού φορετής φορετού
αιτιατική φορετό φορετή φορετό
κλητική φορετέ φορετή φορετό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φορετοί φορετές φορετά
γενική φορετών φορετών φορετών
αιτιατική φορετούς φορετές φορετά
κλητική φορετοί φορετές φορετά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορετός < φορώ + -τός ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) wearable)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔ.ɾε.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /fɔ.ɾε.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /fɔ.ɾε.ˈtɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

φορετός, -ή, -ό

  • που μπορεί ή αξίζει να φορεθεί
    Οι ένοικοι του «καταφυγίου» παρήγαγαν από τότε μια σειρά καινοτομιών με εφαρμογή σε πολλά από τα προϊόντα της ψηφιακής επανάστασης γύρω μας: το ηχητικό τμήμα της κωδικοποίησης Μp4, αρχείων που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση τηλεοπτικών σειρών ή ταινιών στους υπολογιστές ή στις ταμπλέτες μας, τα ολογράμματα των chip των περισσότερων πιστωτικών καρτών, το «λάπτοπ των 100 δολαρίων», για τις μαθησιακές ανάγκες των παιδιών των αναπτυσσόμενων χωρών, αποτελούν μερικές μόνο από τις πιο κοινές επινοήσεις τους. (Ολογραφικά βίντεο, ηλεκτρονική μελάνη και φορετοί, όχι φορητοί, υπολογιστές είναι κάποιες άλλες, περισσότερο εξωτικές.) (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]