Μετάβαση στο περιεχόμενο

φοῦρνος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φούρνος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φοῦρνος οἱ φοῦρνοι
      γενική τοῦ φούρνου τῶν φούρνων
      δοτική τῷ φούρν τοῖς φούρνοις
    αιτιατική τὸν φοῦρνον τοὺς φούρνους
     κλητική ! φοῦρνε φοῦρνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φούρνω
γεν-δοτ τοῖν  φούρνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φοῦρνος < (άμεσο δάνειο) λατινική furnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷʰer- (θερμός)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φοῦρνος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]