φρεάτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φρεάτιο τα φρεάτια
      γενική του φρεατίου των φρεατίων
    αιτιατική το φρεάτιο τα φρεάτια
     κλητική φρεάτιο φρεάτια
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Καλυμμένο με σχάρα φρεάτιο ομβρίων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρεάτιο < υποκοριστικό της λέξης φρέαρ < αρχαία ελληνική φρέαρ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρεάτιο ουδέτερο

  1. όρυγμα, άνοιγμα στη γη, λαγούμι, ειδικό άνοιγμα για πρόσβαση εργαζομένων σε υπόγειους αγωγούς ή για τη διοχέτευση υγρών στους αγωγούς αυτούς
    φρεάτιο αποχέτευσης/ομβρίων υδάτων/ορυχείου
  2. πρόβλεψη για ανάλογη κάθετη κατασκευή σχήματος πηγαδιού ή φρέατος σε πολυκατοικίες (για να κινείται το ασανσέρ)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]