φρεάτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρεάτιο φρεάτια
γενική φρεατίου φρεατίων
αιτιατική φρεάτιο φρεάτια
κλητική φρεάτιο φρεάτια
Καλυμμένο με σχάρα φρεάτιο ομβρίων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρεάτιο < υποκοριστικό της λέξης φρέαρ < αρχαία ελληνική φρέαρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρεάτιο ουδέτερο

  1. όρυγμα, άνοιγμα στη γη, λαγούμι, ειδικό άνοιγμα για πρόσβαση εργαζομένων σε υπόγειους αγωγούς ή για τη διοχέτευση υγρών στους αγωγούς αυτούς
    φρεάτιο αποχέτευσης/ομβρίων υδάτων/ορυχείου
  2. πρόβλεψη για ανάλογη κάθετη κατασκευή σχήματος πηγαδιού ή φρέατος σε πολυκατοικίες (για να κινείται το ασανσέρ)


32πχ Μεταφράσεις[]