χιονόβλητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονόβλητος < (χιών) χιονό- + -βλητος (βάλλω)

Επίθετο[επεξεργασία]

χιονόβλητος, ος, ον

  • χιονοχτυπημένος, αυτόν που τον χτυπά αλύπητα η κακοκαιρία και το χιόνι
    ※  Ὀλύμπου κορυφαῖς ἱεραῖς χιονοβλήτοισι κάθησθε ({[β|Αριστοφάνης}}, Νεφέλες, 270.)

Πηγές[επεξεργασία]