χιτών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χιτών χιτῶνε χιτῶνες
Γενική χιτῶνος χιτώνοιν χιτώνων
Δοτική χιτῶνι χιτώνοιν χιτῶσι(ν)
Αιτιατική χιτῶνα χιτῶνε χιτῶνας
Κλητική χιτών χιτῶνε χιτῶνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιτών < (άμεσο δάνειο) σημιτική *kittan < ακκαδική 𒃰 (kitû / kita’um, λινάρι, λινός) < σουμεριακή gada.
Συγγενή: μυκηναϊκή 𐀑𐀵 (ki-to).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιτών αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]