χοιροστάσιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χοιροστάσιο χοιροστάσια
γενική χοιροστασίου χοιροστασίων
αιτιατική χοιροστάσιο χοιροστάσια
κλητική χοιροστάσιο χοιροστάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοιροστάσιο < χοίρος + -στάσιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χοιροστάσιο ουδέτερο

  1. εγκατάσταση για την εκτροφή γουρουνιών
  2. μέρος πάρα πολύ βρόμικο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]