-στάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-στάσιο < αρχαία ελληνική ἵστημι

Επίθημα[επεξεργασία]

-στάσιο

  1. δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν το σημείο όπου βρίσκεται σε στάση αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    ηλιοστάσιο
  2. δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν τον τόπο (κατασκευή, κτήριο, αντικείμενο) όπου βρίσκεται αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    κλιμακοστάσιο, κωδωνοστάσιο, εικονοστάσιο, βωμοστάσιο