χρυσοθήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρυσοθήρας χρυσοθήρες
γενική χρυσοθήρα χρυσοθηρών
αιτιατική χρυσοθήρα χρυσοθήρες
κλητική χρυσοθήρα χρυσοθήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσοθήρας < μεσαιωνική ελληνική χρυσοθήρας < χρυσός + -ο- + -θήρας < θήρα (: το κυνήγι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɾi.sɔ.ˈθi.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύγχρονοι χρυσοθήρες σε αναζήτηση χρυσού

χρυσοθήρας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ψάχνει να βρει μεταλλεία με κοιτάσματα χρυσού ή ακόμη και αποθέσεις χρυσού στις όχθες των ποταμών
  2. (μεταφορικά) που επιδιώκει να αποκτήσει πλούτη με οποιοδήποτε τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τυχοδιώκτης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]