τυχοδιώκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχοδιώκτης < τύχη + διώκω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.xɔ.ˈðʝɔ.ktis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυχοδιώκτης αρσενικό

  1. αυτός που εκμεταλλεύεται όλες τις περιστάσεις για να πετύχει στη ζωή του
  2. (συνεκδοχικά) αυτός που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, έστω και αθέμιτο, για να πετύχει το σκοπό του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]