ψεκάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεκάζω < ελληνιστική κοινή ψεκάζω < αρχαία ελληνική ψακάζω < ψακάς (σταγόνα ψιλής βροχής)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψεκάζω, παθ.φωνή: ψεκάζομαι, παθ.μτχ. ψεκασμένος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μας έχουν ψεκάσει: (ειρωνικά) έκφραση που καυτηριάζει την παθητικότητα με την οποία δέχεται ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αρνητικές εξελίξεις
  • ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε: φράση παλιάς διαφήμισης που καθιερώθηκε ως έκφραση που δηλώνει ότι μια εργασία μπορεί να εκτελεστεί με γρήγορο και εύκολο τρόπο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]