ψεκασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψεκασμός ψεκασμοί
γενική ψεκασμού ψεκασμών
αιτιατική ψεκασμό ψεκασμούς
κλητική ψεκασμέ ψεκασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεκασμός < μεσαιωνική ελληνική ψεκασμός < ψεκάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psɛ.ka.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψεκασμός αρσενικό

  1. (βοτανική) το να ραντίζει κάποιος ένα υγρό διάλυμα ή αιώρημα από φυτοφάρμακο με ψεκαστήρα, με σκοπό την πρόληψη ή την καταπολέμηση των ασθενειών που πλήττουν τα φυτά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ράντισμα, ψέκασμα
  2. μέθοδος εφυάλωσης μεταλλικών ή πήλινων σκευών, που συνίσταται στην εκτόξευση σμάλτου με ειδική συσκευή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]