Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀερσίπους

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀερσίπους τὸ ἀερσίπουν
      γενική τοῦ/τῆς ἀερσίποδος τοῦ ἀερσίποδος
      δοτική τῷ/τῇ ἀερσίπόδ τῷ ἀερσίποδ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀερσίποδ τὸ ἀερσίπουν
     κλητική ! ἀερσίπους ἀερσίπουν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀερσίποδες τὰ ἀερσίποδ
      γενική τῶν ἀερσιπόδων τῶν ἀερσιπόδων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀερσίποσῐ(ν) τοῖς ἀερσίποσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀερσίποδᾰς τὰ ἀερσίποδ
     κλητική ! ἀερσίποδες ἀερσίποδ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀερσίποδε τὼ ἀερσίποδε
      γεν-δοτ τοῖν ἀερσιπόδοιν τοῖν ἀερσιπόδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ταχύπους' όπως «ταχύπους» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀερσίπους < ἀερσί- + -πους

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀερσίπους, -ους, -ουν