ἀερσίπους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀερσίπους < ἀερσί- + -πους

Επίθετο[επεξεργασία]

ἀερσίπους, -ους, -ουν

  • (για άλογα) που σηκώνει το πόδι ψηλά, ασυναίρετη μορφή του ἀρσίπους
    ※  αἱ δ᾽ ἔτ᾽ ἄνευθεν ἵπποι ἀερσίποδες πολέος πεδίοιο δίενται. (Όμηρος, Ιλιάδα, Ψ: Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ, 475)
    Εκείνα ακόμα στον κάμπο πέρα, τρέχουνε, τ' αψηλοπίλαλα άτια (Μετάφραση Πάλλη)
    Σκηνή: Αρματοδρομία στη μνήμη του Πάτροκλου. Ο Αίας ο Λοκρός, γιος του Οιλέα, κατηγορεί τον Ιδομενέα.
    ※  οἳ μὲν ἔπειθ’ ἵζοντο κατὰ στίχας, ἧχι ἑκάστῳ ἵπποι ἀερσίποδες καὶ ποικίλα τεύχε’ ἔκειτο· (Όμηρος, s:Ιλιάς/Γ#v325, Γ 325)
    Κάθουνται τότες στη σειρά οι άλλοι, εκεί καθένας πούχε αφισμένα τ' άρματα, τα πίλαλά του ζώα. (Μετάφραση Πάλλη)
    Σκηνή: «Ἀλεξάνδρου [Πάριδος] καὶ Μενελάου μονομαχία» Θα ξεκινήσει η μονομαχία, όλοι κάθονται κοντά στα άλογά τους για να παρακολουθήσουν.

Πηγές[επεξεργασία]