ἀηδών

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀηδών ἀηδόνε ἀηδόνες
Γενική ἀηδόνος ἀηδόνοιν ἀηδόνων
Δοτική ἀηδόνι ἀηδόνοιν ἀηδόσι(ν)
Αιτιατική ἀηδόνα ἀηδόνε ἀηδόνας
Κλητική ἀηδών ἀηδόνε ἀηδόνες
ἀηδών

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀηδών < ἀείδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂weyd-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀηδών θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) αυτή που τραγουδάει
  2. (ορνιθολογία) αηδόνι