ἅγιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : άγιος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅγιος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yeh₂ǵ-[1]. Ίσως συγγενές με το σανσκριτικό यजति (sa) (yájati) «λατρεύει, θυσιάζει» και το λατινικό iēiūnus «νηστικός».

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἅγιος -ία -ιον

  1. ιερός
  2. άγιος, ευσεβής, αγνός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.  σελ. 11–12.

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]