ἅλυσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄλυσις

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἅλυσις ἁλύσει ἁλύσεις
Γενική ἁλύσεως ἁλυσέοιν ἁλύσεων
Δοτική ἁλύσει ἁλυσέοιν ἁλύσεσι(ν)
Αιτιατική ἅλυσιν ἁλύσει ἁλύσεις
Κλητική ἅλυσι ἁλύσει ἁλύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅλυσις < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἅλυσις θηλυκό

  1. αλυσίδα
  2. δεσμά
  3. αλυσίδα (γυναικείο κόσμημα)
  4. (ερωτικό) δέσιμο