Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schule

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Schule die Schulen
γενική der Schule der Schulen
δοτική der Schule den Schulen
αιτιατική die Schule die Schulen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schule < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική schuol(e) < παλαιά άνω γερμανική scuola < λατινική schola < αρχαία ελληνική σχολή [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈʃuːlə/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : Schu‐le

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schule (de) θηλυκό

  1. (εκπαίδευση) το σχολείο
    παράδειγμα Die Kinder treffen sich nach der Schule auf dem Spielplatz.
         Τα παιδιά συναντιούνται στη παιδική χαρά μετά το σχολείο.
    παράδειγμα Die meisten Kinder kommen mit 6 in die Schule.
         Τα περισσότερα παιδιά ξεκινούν το σχολείο στα 6 χρόνια.
    παράδειγμα Guck, das ist die Schule von Sebastian.
         Κοίτα, αυτό είναι το σχολείο του Σεμπάστιαν.
    παράδειγμα Bei der Einweihung des neuen Oberstufengebäudes war die ganze Schule anwesend.
         Στην τελετή εγκαινίων του νέου κτιρίου του λυκείου παρευρέθηκε ολόκληρο το σχολείο.
  2. σχολή ως καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό ή επιστημονικό κίνημα
    παράδειγμα Kretische Schule, Frankfurter Schule, Schule von Barbizon, ...
         Κρητική Σχολή, Σχολή της Φρανκφούρτης, Σχολή της Μπαρμπιζόν, ...
    παράδειγμα Siegmund ist noch ganz die alte Schule: Gestern hat er mir die Türe aufgehalten.
         Ο Ζίγκμουντ είναι ακόμα της παλιάς σχολής: Χθες μου κράτησε την πόρτα.
  3. (ιχθυολογία) κοπάδι ψαριών (και δελφίνια και φάλαινες)
    παράδειγμα Delfine sind sehr soziale Tiere. Bei der Futtersuche arbeitet oft die ganze Schule zusammen.
         Τα δελφίνια είναι πολύ κοινωνικά ζώα. Κατά την αναζήτηση τροφής, συχνά ολόκληρο το κοπάδι συνεργάζεται.
    ≈ συνώνυμα: Schwarm
  4. φυτώριο
    παράδειγμα Ich fahr eben in die Schule und hole noch zwei Kiefern.
         Πάω τώρα στο φυτώριο να πάρω άλλα δύο πεύκα.
  5. εγχειρίδιο
    παράδειγμα Du willst Ballett lernen? Da kann ich dir die "Schule des klassischen Balletts" ausleihen.
         Θέλεις να μάθεις μπαλέτο; Μπορώ να σου δανείσω το "εγχειρίδιο κλασικού μπαλέτου".
  6. επίπεδο στην ιππική δεξιοτεχνία
    παράδειγμα Die Hohe Schule ist im Dressurreiten der höchste Schwierigkeitsgrad.
         Η "Hohe Schule" είναι ο υψηλότερος βαθμός δυσκολίας στην ιππική δεξιοτεχνία.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Schule στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Schule - Duden online.
  2. ↑ Schule @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schule < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Schule αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023