franchise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

franchise (en)

  1. δικαίωμα ή προνόμιο που παραχωρείται επίσημα από την κυβέρνηση σε ένα άτομο ή ομάδα ή εταιρεία
  2. η απόδοση του δικαιώματος (εξουσιοδότηση) από μια επιχείρηση σε κάποιον να πουλάει τα προϊόντα της με την επωνυμία της
    McDonalds has exported its franchise.
  3. η επιχείρηση που λειτουργεί έχοντας μια τέτοια εξουσιοδότηση
     συνώνυμα: franchisee
  4. νομική εξαίρεση από την υπαγωγή σε μια δικαιοδοσία, από βάρος ή υποχρέωση
  5. η ιδιότητα του μέλους ή του πολίτη
  6. το δικαίωμα ψήφου
     συνώνυμα: suffrage
  7. (αθλητισμός) η παράδοση και η ιστορία μιας αθλητικής ομάδας ανεξάρτητα από την παρούσα δοικητική και οργανωτική μορφή της
    The Whalers' home city of Hartford was one of many for the franchise.
  8. (αθλητισμός) ένας παίκτης με μεγάλη αξία για την ομάδα
  9. (παρωχημένο) γενναιοδωρία, ειλικρίνεια, ευγένεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

franchise < franc

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
franchise franchises

franchise (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) η ελευθερία, η ανεξαρτησία
  2. (ιστορία) δικαίωμα ή προνόμιο μιας πόλης, μιας επαγγελματικής κατηγορίας, ενός ατόμου που περιορίζει την εξουσία του ηγεμόνα
  3. νόμιμη απαλλαγή από έναν φόρο ή υποχρέωση
  4. η ειλικρίνεια