παρρησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρρησία παρρησίες
γενική παρρησίας παρρησιών
αιτιατική παρρησία παρρησίες
κλητική παρρησία παρρησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρρησία < αρχαία ελληνική παρρησία < πᾶς + ῥῆσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρρησία θηλυκό

  1. η έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια
    μίλησε με παρρησία
  2. (θρησκεία) τα ονόματα πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωντανών ή νεκρών, τα οποία μνημονεύονται σε ακολουθίες ενός μοναστηριού, εκτός των επίσημων διπτύχων, στα οποία περιέχονται ονόματα που μνημονεύονται στην Πρόθεση κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας. (Νικόλαος Ανδ. Μιχαλόπουλος, "Ανέκδοτες ιεροσφράγιστες μοναστηριακές αποδείξεις (ενδείξεις) ιερών μονών του Αγίου Όρους προς τους κατοίκους της Θάσου", Θασιακά, τόμ. 10, σ. 486, υποσημ. 5)
    Ο Γληγόρης, γιος του Τζάνου, από τη Μυτιλήνη, αφιερώνει στη μονή Καρακάλλου ένα σπίτι στο «μαχαλά» της Μητροπόλεως, [στη Μυτιλήνη], κοντά στου Χατζή Αθανάση Καμπά, της Παλογούς Καρανίκενας και Κωνσταντίνου Αβαγιανού, για τέσσερις παρρησίες (τα ονόματα: Γλήγορης, Ελενούδα, Γεώργιος και Τζάνος). (Αθωνικά Σύμμεικτα, τόμ. 1 σ. 45)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]