gross

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gross

  1. η αηδία


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gross

  1. (οικονομία) ακαθάριστος